Υπέρηχος και ελαστογραφία μαστού

Υπέρηχος μαστού
Ο υπέρηχος μαστού είναι μια ανώδυνη, ακίνδυνη και αναίμακτη μέθοδος απεικόνισης του μαστού . Χρησιμοποιείται σε όλες τις γυναίκες αλλά ιδιαίτερα σε αυτές που παρουσιάζουν πυκνό μαστό ή ψηλαφητό μόρφωμα. Χρησιμοποιείται επίσης σε νέες γυναίκες και κορίτσια που δεν έχουν ένδειξη για μαστογραφία.

Τα βασικά πλεονεκτήματα του υπέρηχου είναι:

Η ανύπαρκτη ακτινοβολία, που κάνει την εξέταση ακίνδυνη και επαναλήψιμη όποτε χρειαστεί και σε κάθε ηλικία.

Η δυνατότητα διαχωρισμού των κύστεων από τα συμπαγή ογκίδια.

Η δυνατότητα απεικόνισης κίνησης και αιματικής ροής σε πραγματικό χρόνο.

Τέλος το υπερηχογράφημα μαστού είναι εξέταση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να γίνει κατευθυνόμενη βιοψία με βελόνα (FNA) ή λήψη ιστοτεμαχιδίου (Core- Biopsy) και ιστολογική βιοψία ή να μας βοηθήσει προεγχειρητικά στην τοποθέτηση σύρματος οδηγού σε μία περιοχή στην οποία πρέπει να γίνει χειρουργική εξαίρεση και ο χειρουργός να πάει κατευθυνόμενα.

Ελαστογραφία μαστού
Με το έγχρωμο υπερηχογράφημα υψηλής ευκρίνειας των μαστών αναδεικνύεται η βλάβη σε αρχικό στάδιο, αποτυπώνεται η μορφολογία της, οι αιμοδυναμικές παράμετροί της και η σχέση της βλάβης αυτής με τους γύρω ιστούς. Τα μορφολογικά και αιμοδυναμικά χαρακτηριστικά της βλάβης σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι αρκετά για τον χαρακτηρισμό της βλάβης σε καλοήθη ή κακοήθη.

Εκεί έρχεται να βοηθήσει η ελαστογραφία, που γίνεται ταυτόχρονα με το υπερηχογράφημα των μαστών προσθέτοντας επιπλέον κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της βλάβης. Η ελαστογραφία είναι μία νέα και ιδιαίτερα χρήσιμη τεχνική επιτρέπει την αξιολόγηση της σκληρότητας των ιστών. Ορισμένες παθήσεις, όπως ο καρκίνος, οδηγούν στην αύξηση της σκληρότητας των ιστών. Ένας φυσιολογικός ιστός δηλαδή, έχει ελαστικά χαρακτηριστικά, ενώ ο νεοπλασματικός ιστός παρουσιάζει σκληρότητα.

Η ελαστογραφία παρουσιάζει μία αναλογία με την ψηλάφηση που εκτελείται από τους κλινικούς γιατρούς για ανίχνευση αλλοιώσεων στον μαστό, με τη διαφορά ότι η κλασική ψηλάφηση είναι μία υποκειμενική εξέταση και εμφανίζει μικρή ευαισθησία στην ανίχνευση των μικρών αλλοιώσεων ειδικά όταν βρίσκονται σε μεγάλο βάθος από την επιφάνεια του δέρματος. Με την ελαστογραφία λαμβάνονται πληροφορίες για την ελαστικότητα της βλάβης όσο βαθιά κι αν αυτή βρίσκεται.

Πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι η ελαστογραφία, αποτελεί, το 2ο κριτήριο με το οποίο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αν ένα υπερηχογραφικό εύρημα είναι καλοήθες ή κακοήθες βάση της σκληρότητας του. Ο συνδυασμός υπερηχοτομογραφίας και ελαστογραφίας έχει σαν στόχο την καλύτερη ανίχνευση και τον χαρακτηρισμό του όγκου, με αποτέλεσμα την αποφυγή περιττών βιοψιών, γιατί με την ελαστογραφία μπορούν να μειωθούν οι μη απαραίτητες βιοψίες σε καλοήθεις βλάβες, οι οποίες μπορούν απλώς να μπουν σε παρακολούθηση.

Επίσης κατά τη διάρκεια βιοψίας δια λεπτής βελόνης, μπορεί, με τη βοήθεια της ελαστογραφίας, να κατευθυνθεί η βελόνα στο πιο σκληρό σημείο της βλάβης και με αυτόν τον τρόπο να μεγιστοποιηθεί η ακρίβεια και η αξιοπιστία της εξέτασης.